Που πιο σύνηθες να δει κανείς σημαίες, μπαντιέρες, αν όχι στον πόλεμο; Ειδικά στην αρχή του, αργότερα τα πράματα θολώνουν, τα σιρίτια πετάγονται, όλα γίνονται γκρίζα και καφέ μέσα στο ομιχλώδες τοπίο που μονάχα την επιβίωση υπαγορεύει. Μα να τα φοβάστε αυτά τα πανιά, τις σημαίες κεντημένες με τα σύμβολα, ειδικά να φοβάστε τις καθαρές, εκείνες που μακριά από βουνά και ξέρες, αμέριμνα κυκλοφορούν μέσα στις πόλεις και τα σχολεία. Ακόμα χειρότερες είναι οι μικρές – όσο πιο μικρή μια σημαία, τόσο πιο επικίνδυνη και φαρμακερή!
Οι σημαίες προτού ποτιστούν με αίμα, είναι νωτισμένες με ψέματα, κίβδηλες φιλοδοξίες φαντασμάτων μακρινών και βουβές αδικίες, σκοπός τους να μπλέξουν στις δηλητηριώδεις κλωστές τους νέους και γέρους, αθώους και ενόχους, μα κυρίως φαντασίες παιδικές και αναμνήσεις γλυκιές. Πρώτα τυλίγουν τις καρδιές και τα μυαλά των θυμάτων τους, έπειτα τα μάτια τους, τα θαμπώνουν με τα χρώματα και τα σχέδιά τους, τα συσκοτίζουν, και αφού στο τέλος δεν μείνει τίποτα από όλα αυτά, πράξη τους τελευταία και προσβλητική, τυλίγουν τα άψυχα κορμιά τους σαν φίδια την τροφή τους.

Καλύτερες λοιπόν οι παρατημένες σημαίες των δειλών, ή ακόμα οι συσκευασμένες στην ζελατίνες τους, ή τυλιγμένες σε κάποιες κούτες σε κάποια βιοτεχνία που παραδοσιακά από γενιά σε γενιά κάνει αυτή τη δουλειά, καλύτερα οι κουρελισμένες, οι σκισμένες, τυχεροί οι τυφλοί που δεν βλέπουν καμία.