NOT SO RANDOM

Τι μας μαθαίνουν οι τρελοί

Δεν είναι εύκολο να κοιτάς τον ήλιο, χαιρόμαστε το φως της ημέρας μονάχα στο πέπλο των αντανακλάσεών του, μα αν στρέψουμε το βλέμμα μας σε αυτόν κινδυνεύουμε να τραυματίσουμε τα μάτια μας, είναι κάτι που μαθαίνουμε από μωρά. Όπως αργότερα μάθαμε για την ζωοφόρα του ενέργεια, την κλιματική του συνεισφορά, την φωτοσύνθεση, τα φωτοβολταϊκά, την τρύπα του όζοντος, μέχρι και τα αντιηλιακά με τις ιριδίζουσες κηλίδες που αφήνουν στα γαλανά νερά. των ευτυχισμένων μας διακοπών. Ποτέ μας δεν μάθαμε όμως πως ο ήλιος είναι διατροφικά αρκετός, πως μονάχα με αυτόν μπορούμε να τρεφόμαστε, με αυτόν και τίποτε άλλο. Ευτυχώς δηλαδή.

Άλλωστε κάτι τόσο παράλογο δεν είναι κάτι που κάποιος μαθαίνει, είναι κάτι που κάποιος πιστεύει, είναι κάτι που ελπίζει. Κι όμως όχι, θα ήταν άδικο να κατατάξουμε μια τέτοια πρόταση ως παράλογη, όταν τόσες άλλες παράλογες προτάσεις αδειάλειπτα κυριαρχούν στις δικές τους νησίδες. Είναι άραγε η θρησκεία ή η ομοιοπαθητική παράλογες, είναι η έννοια του έθνους παράλογη, είναι το μάτι, τα NFTs  και τα ζώδια παράλογα, είναι το γήπεδο, είναι κάθε θεωρία, μα κάθε θεωρία συνωμοσίας, είναι τα τσάκρα, το πεπρωμένο, είναι ο έρωτας, είναι όλα αυτά παράλογα;

Ναι είναι.

Όμως ο κόσμος ο ίδιος είναι εξίσου παράλογος, όσο άλλωστε και η κυνική υπόθεση πως μπορεί μονάχα και αποκλειστικά μια ορθολογική προσέγγιση να τον εξηγήσει, ή έστω να προσπαθήσει. Ο κόσμος είναι ευτυχώς παράλογος, ή πιο σωστά ανεξήγητος, άγνωστος, είτε είναι η φύση με τα άπειρα θροΐσματά της, είτε εμείς με τις βουβές κραυγές μας, ο κόσμος μας είναι εν τέλει ανεξήγητος, κι άρα γοητευτικός. Κάτι τέτοιο, κάποιους από εμάς, μας σεληνιάζει, μας οδηγεί σαν φάρος αναποφάσιστος να εξερευνούμε, να μαθαίνουμε, μονάχα για να θυμηθούμε πως αγνοούμε ακόμη περισσότερα – για τους περισσότερους από εμάς, τους καλούς και συνετούς, το άγνωστο μας καλεί και δεν μας τρομάζει. Αντιθέτως μας γοητεύει και μας μεθά, μας συγκινεί, μας παρασύρει σε ένα ταξίδι ατελείωτο, στην αναζήτηση ενός προορισμού ανύπαρκτου, μας βγάζει στο δρόμο, σε μονοπάτια ατελείωτα και με διακλαδώσεις που διαρκώς ανοίγουν, σαν δέντρο άπληστο που όσο το κλαδεύεις τόσο φουντώνει. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε.

Άλλοι όμως, ίσως να τρομάζουν πιο εύκολα.

Ίσως κάποιοι να μην αντέχουν τούτα τα ομιχλώδη πελάγη και εύκολα ναυαγούν σε ξέρες τόσο βέβαιες για το γεωγραφικό τους στίγμα, αλλαλάζοντας στα δαιμόνια για την σωτηρία τους πρωτού λιαστούν στις ζεστές αμμουδιές τούτων των μοναχικών νήσων. Ίσως κάποιοι να έχουν εξαντληθεί στις τρικυμίες της αβεβαιότητας, το δέρμα τους καμμένο στις ερήμους της αμφιβολίας, ίσως απλά θέλουν να ξεδιψάσουν με την δροσερή ειρήνη του αδιαπραγμάτευτου, ίσως κάποιοι προτιμούν την γλυκιά σκιά της πίστης. Αλήθεια, τι θα ήμαστε χωρίς αυτούς τους τρελούς, πόσο θα θάμπωνε η λάμψη των ιδιοφϋιών στεμμάτων μας; Αλίμονο αν είχαμε την πονηριά των μοχθηρών εχθρών μας, εκείνων που κρύβονται στα σκοτάδια, αλίμονο αν είχαμε την ατιμία τους και φτιάχναμε εμείς οι ίδιοι, οι καλοί, έξυπνοι, θαραλλέοι και σοφοί τις γελοίες και κακόγουστες σκέπες για τα αδύναμα και τρομαγμένα αδέλφιά μας. Αλίμονο αν νοικιάζαμε τούτες τις καλύβες στους αστέγους της απελπισίας, αυτές τις πεισματάρες ξέρες στους ναυαγούς του αγνώστου για ένα εύλογο αντίτιμο. Αλίμονο σε εμάς αν ποτέ γινόμασταν τσαρλατάνοι, κύρηκες και ειδικοί τους ψεύδους και της απάτης, αλίμονο! Ευτυχώς όμως, εκτός από πλούτο γνώσης και λεκτική ευελιξία, ξεχωρίζουμε για την ειλικρίνεια και εντιμότητά μας, μα και φυσικά για την ηθική μας ακεραιότητα. Αν είναι να είμαστε για κάτι πεποισμένοι, ας είναι για αυτό.

Δεν είναι λίγοι οι τρομαγμένοι μας φίλοι, τούτοι οι τρελοί, τους βλέπουμε γύρω μας καθημερινά, τους ακούμε και τους διαβάζουμε σε βάση καθημερινή. Είναι οι επαίτες των λεωφορείων και οι ρακοσυλλέκτες των εξόριστων επιθυμιών μας, είναι οι συμπαθητικές γιαγιούλες που με βλέμμα απλάνές είναι χαμένες σε μια πλάκα πεζοδρομίου βαστώντας σφιχτά στα χέρια μια σακούλα που ήδη το περιεχόμενο της έχουν ξεχάσει, είναι οι ιππότες του πληκτρολογίου, είναι οι φανατικοί όλων των αποχρώσεων και μυρωδιών, είναι τα χλομά πρόσωπα, πρόσωπα πρόσφορα όπου λαμπυρίζουν τα χιλιάδες χρώματα από τις οθόνες μας. Είναι οι ξεχασμένοι φίλοι μας, τα δεύτερα ξαδέρφια μας, ο περίεργος θείος κάθε κακόγουστου αστείου, είναι οι πονεμένοι μας έρωτες, είναι τα θλιμμένα αγόρια στα σκονισμένα καταγώγια, είναι οι λαμπεροί κύρηκες της οθόνης, σάβανα που ντύνουν το κενό, είναι οι σιωπηλοί που έρχονται και φεύγουν παρακαλώντας κάποιος να τους παρατηρήσει. Είναι οι φίλοι μας, τα αδέλφιά μας, είναι οι σύντροφοί μας, αλίμονο, είμαστε εμείς.

Είμαστε όλοι μας.

Όλοι μας έχουμε ένα απάγκιο, μικρότερο ή μεγαλύτερο όπου η λογική και ο κυνισμός μας ξαποσταίνουν, όλοι μας έχουμε ανάγκη από μια παύση, από μια ανάσα, μια άπλα, μια εκτόνωση, μια έκρηξη παράλογη, αντισυμβατική, αντικοινωνική, μια συνθήκη παιδικά φαντασιακή όπου της ασκούμε τον απόλυτο έλεγχο. Όσο πιο παράλογη, όσο πιο αφοριστική, όσο πιο μονολιθική αυτή η συνθήκη, τόσο πληρέστερος ο έλεγχος που ασκούμε και η ασφάλεια που απορρέει από αυτόν.

Κι αυτό είναι εντάξει.

Δεν χρειαζόμαστε υπεράσπιση, μα ούτε καταδίκη, κάθε αναλυτική εκλογίκευση δεν πρέπει να παρεξηγείται για δικαιολογία, μήτε για μια ευτελή οδό χλευασμού. Περισσότερο χρήσιμο είναι η υπενθύμιση, η σχέση μεταξύ μας, η οικειότητα της κοινής ανασφάλειας, είναι η αφορμή να έρθουμε πιο κοντά, να θυμηθούμε, να λησμονήσουμε και να λύσουμε τα μάγεια, μέχρι να τραβήξει ο καθένας μας το ταξίδι του ξανά.

Η παραπάνω παραληρηματική οβερτούρα γράφτηκε με αφορμή το ντοκιμαντέρ “The Strange World of Breatharianism”: https://www.youtube.com/watch?v=WWRniMqhr00


Leave a comment