- Δεν μπορώ να καταλάβω, δεν το χωράει ο νους.
- Κλέβεις ατάκες κι από την τιβί τώρα;
- Όχι.
- Τι λες;
- Τόσος κόσμος ρε, καταλαβαίνεις; Λένε πως είναι εκατοντάδες, εκατοντάδες πνιγμένοι, το καταλαβαίνεις;
- Ναι. Τι σημασία έχει;
- Πας καλά; Τόσος κόσμος λέμε, σε λίγα λεπτά πνιγμένοι. Εκατοντάδες. Ξέρεις τι σημαίνει εκατοντάδες; Παιδιά, γυναίκες, άντρες, όλοι πνιγμένοι, χαμένοι.
- Ξέρω να μετράω, και δεκάδες μετράω, και εκατοντάδες μετράω, και χιλιάδες μετράω, και λεπτά μετράω, και μέρες μετράω, και ότι θες μετράω, και τι με αυτό;
- Δεν μπορώ να καταλάβω, με ξεπερνάει, είναι τρομερό.
- Δεν μπορείς να καταλάβεις με τις εκατοντάδες, σε σοκάρει, σε πνίγει θα έλεγε κανείς, μπράβο. Μπορείς να καταλάβεις με μια όμως.
- Τι;
- Οι εκατοντάδες δεν έχουν ονόματα, δεν έχουν φωτογραφίες, δεν έχουν ιστορία, είναι οι εκατοντάδες που πνίγηκαν στην υγρή εκατόμβη, είναι κι από ‘κείνους, ξέρεις τώρα, άσε, ποιος να τους ξέρει, που να σου λέω. Σου έχω λοιπόν μια, μόνο μια, και όνομα έχει, και φωτογραφίες έχει, και ότι θες έχει, άδικος θάνατος κανονικός.
- Ήταν σε ‘κείνο το σαπιοκάραβο;
- Όχι, εκείνη ήταν στο νησί, δεν την πνίξαμε εμείς.
- Δεν σε καταλαβαίνω.
- Δεν καταλαβαίνεις με εκατοντάδες, δεν καταλαβαίνεις με μια, τι να σε κάνω πια.
- Ποιες εκατοντάδες;
- Σε καλό δρόμο είσαι, δόξα τον θεό, ήταν όμορφη, και νέα. Γυναικοκτονία το λένε.
- Γιατί το κάνουν; Γιατί τις σκοτώνουμε;
- Το σκυλί το λυσσασμένο, όταν δαγκώνει, τότε έχεις απορίες;
- Όχι.
- Τότε τι ρωτάς;
- Προσπαθώ να καταλάβω.
- Τι να καταλάβεις μωρέ, εδώ δεν θυμάσαι τους εκατοντάδες.
- Ποιους εκατοντάδες;
- Ακριβώς. Που πνιγήκανε.
- Δεν ξέρουμε ακόμη.
- Ναι σωστά, ψάχνουμε μια εβδομάδα, κάναμε ότι μπορούσαμε κύριε, εξαντλήσαμε κάθε δυνατότητα και πιθανότητα, και στο τέλος έχουμε μια μικρή, αναμνηστική συλλογή σωρών.
- Τους βρήκανε δηλαδή;
- Ποιους;
- Αυτούς στο υποβρύχιο.
- Αυτούς; Αυτούς όχι ακόμα, προτρέχεις. Αλλά τους ψάχνουν κι αυτούς, πέντε όλους κι όλους, επιχείρηση μεγάλη, καλό νταβαντούρι.
- Λες να τους βρουν;
- Ποιους πάλι;
- Αυτούς στο υποβρύχιο.
- Α αυτούς. Τι να σου πω; Αν τους βρίσκανε, θα ‘χε πλάκα.
- Μακάρι να τους βρουν.
- Όταν θα έχουν πεθάνει, τι θες να σου φέρω;
- Μην μιλάς έτσι.
- Εντάξει, έχει εκλογές άλλωστε.
- Τι;
- Ηρέμησες καθόλου;
- Ήρεμος ήμουν, τι λες; Δεν καταλαβαίνω.
Tag: μνήμη
-
-
Θυμόμαστε άραγε πότε έγινε το δυστύχημα στα Τέμπη, πόσοι πέθαναν, πόσοι επιβίωσαν χαραγμένοι για την υπόλοιπη ζωή τους; Στις 28 Φεβρουαρίου έγινε, τα σαράντα πέρασαν ήδη. Ο θυμός και το ανάθεμα ήταν τόσο διάχυτα που απλώθηκαν μέχρι και στις ανάλαφρες όσο και ανάλατες εκπομπές της πρωινής και μεσημεριανής ζώνης, μια ιδιάζουσα ποικιλία των ηλεκτρονικών και ψηφιακών σκουληκιών που τρώνε τις σάρκες μας, ζωντανών και νεκρών. Φυσικά τίποτα δεν άλλαξε, και ούτε πρόκειται, άλλωστε δεν χρειάζεται.
Μια απλή ανάγνωση των συνθηκών διακίνησης εμπορευμάτων και ανθρώπων πάνω στις λιγοστές ράγες υπονοεί πως υπάρχουν άφαντοι μηχανισμοί και άνθρωποι που έχουν αποτρέψει περισσότερες, ακόμη και χειρότερες τραγωδίες, ένα αόρατο χέρι που εν τέλει όλα τα ρυθμίζει, ένα χέρι από μόνο του αρύθμιστο. Και πως δηλαδή να θυμόμαστε το δυστύχημα στα Τέμπη, όταν έχουμε ήδη ξεχάσει την πανδημία; Την ίδια εβδομάδα του δυστυχήματος, περισσότερος κόσμος πέθανε από κορονοϊό (1) – μια αδόκιμη και άδικη ίσως σύγκριση, ειδικά αν αναλογιστούμε το νεαρό της ηλικίας πολλών εκ των θυμάτων των Τεμπών και της βίαιης φύσης του θανάτου τους.

Το αποτέλεσμα όμως παραμένει το ίδιο. Όπως καλώς ή κακώς κανονικοποιήθηκε μια από τις στατιστικά χειρότερες υπερβάλλουσες θνησιμότητες (2), έτσι γοργά ξεχάστηκε ένα τραγικό γεγονός που όφειλε να εξεγείρει το θυμικό μας και να σηματοδοτήσει την συμβολική μας γλώσσα. Φυσικά όλα τα προβλεπόμενα έγιναν, οι πορείες, τα δάκρυα, οι παραιτήσεις, οι εκτείνοντες δείκτες, οι εξαγγελίες, μέχρι και πόρισμα προσφάτως (3), μα τίποτα δεν μένει, η σύγχρονη συμπύκνωση του χρόνου έχει ήδη αρχειοθετήσει το δυστύχημα στα βάθη του. Σε κάποια γωνία κάποιου σαλονιού κάποιου αρχοντικού, κοινωνικοί επιστήμονες και επικοινωνιολόγοι πίνουν το σέρι τους απορημένοι αν πρέπει να νιώθουν ντροπή ή περηφάνια. Εμείς όμως; Εμείς σε ποιό σημείο του νήματος ακροβατούμε;
Εμείς δεν το σκεφτόμαστε καν, τέτοια είναι η ζωή, έχουμε αναμενόμενα προχωρήσει, ή πιο σωστά έχουμε υποχωρήσει, έχουμε επιστρέψει στην ‘κανονικότητα’ της ‘καθημερινότητας’, δύο ανύπαρκτες συνθήκες που μόνο ο εξίσου ανύπαρκτος ‘μέσος’ άνθρωπος μπορεί να βιώσει. Διότι το να προχωράς, το να συνεχίζεις δεν είναι ασυμβίβαστο με την μνήμη, εν προκειμένω με την συλλογική μνήμη, αυτή άλλωστε είναι ο συνδετικός ιστός της πορείας μας. Κι όμως το δυστύχημα των Τεμπών έχει ήδη αποσυρθεί στις ιστορικές υποσημειώσεις, μια τραγική συγκυρία, σαν όλες τις άλλες, σαν το Μάτι, το Σάμινα, την Μάνδρα, την Ηλεία, σκόρπιες στον χρόνο, το κακό που άδικα μας θυμάται, και εμείς βιαστικά το ξεχνάμε.
Το τραύμα ανοίχτηκε σε κοινή, δημόσια θέα, στιγμιαία αποτυπωμένο από πολλαπλές γωνίες λήψης και άποψης, θλιβερά όσο και προβλέψιμα διαμεσολαβημένο από ψευδεπίγραφα τελετουργικά και πρόθυμους δημοσιολόγους. Αντί για βάθος, το θέαμα εξαντλείται στο εύρος, πνίγοντας τον χρόνο που χρειάζεται η σκέψη μας να ανασάνει, μέχρι φυσικά να κουράσει και να προχωρήσει στην επόμενη διέγερση των αισθήσεων και του νου μας, το τραύμα καυτηριάζεται καθολικά, το σώμα τυλίγεται στο σάβανο της συλλογικής αμνησίας. Ο θάνατος γίνεται απότομα πάλι ιδιωτική υπόθεση, όπως ακριβώς οι πρώτοι θάνατοι της πανδημίας τρόμαζαν καθολικά, και τώρα ήσυχα και ενδημικά διεκπεραιώνονται στα νοσοκομεία της χώρας και στα σπίτια μας.

Η δημόσια μνήμη λοιπόν εξοφλεί το συναισθηματικό μας χρέος, ανακουφίζει το θυμικό μας, και επανατοποθετεί το ιδιωτικό ένθεν κακείθεν. Το πένθος από τη μια τυλιγμένο στην σιωπή με την αντίστοιχη οφειλόμενη διακριτικότητα την οποία πρόσκαιρα αμελήσαμε, και το εξουθενωμένο από την στιγμιαία οργή ιδιωτικό συμφέρον από την άλλη – πιο απλά δεν προλαβαίνουμε ούτε καν να ενδιαφερθούμε, δεν προλαβαίνουμε ούτε καν να κάνουμε μια απλή άσκηση ενσυναίσθησης, δεν προλαβαίνουμε να αφήσουμε το τραύμα να επουλώσει μόνο του και να χαράξει την συλλογική μας μνήμη, δεν προλαβαίνουμε να θυμηθούμε. Κραυγάζουμε όταν θα έπρεπε να σιωπούμε, και σωπαίνουμε όταν πρέπει να πράττουμε, το συλλογικό αποβάλλεται πριν καν την γέννησή του. Το δημόσιο έκανε το καθήκον του, κι εμείς το καταναλώσαμε, ίσως αυτό να είναι το νέο μας κοινό, η ομογενοποίησή μας σαν θεατές, ένα τσουβάλι ιδιώτες, μέχρι το κακό να βρει εμάς και να μείνουμε ιδιώτες μόνοι.
(1): https://eody.gov.gr/anapneustikon-ion-report-2023-09/
(2): https://tinyurl.com/2hrax59e
(3): https://tinyurl.com/2swannma